Επίσκεψη σε φίλους (1)
Αρκώ, ναι ξέρω το. Κάλλιο αργά παρά ποτέ όμως έτσι? Καιιιι βέβαια έτσι.
Σήμερα ήμουν καλεσμένη στο σπίτι μιας παλιάς μου φίλης, έτσι να θυμηθούμε τα παλιά, να μου κάμει φραπέ που εν πίνεται, να πούμε τα νέα μας τζαι γενικά να κακαρίσουμε σαν κλώσσες που είμαστε. Ωραίο το σχέδιο, αλλά μακάρι να επίενεν έτσι. Έγινε κάτι που πρέπει να έτυχε στους περισσότερους από εσάς, κάτι που σε φέρνει σε μια δύσκολη θέση, κάτι που σε κάμνει να νοιώθεις πως θέλεις να είσαι αλλού.
Σκηνικό:
Κουδούνι, ντιν-ντον και ανοίγει την πόρτα η φίλη. “Άλο” και ‘τι’ναι κόρη!’ και διάφορα ώσπου να μπεις μέσα, να βρεις τη μάμμα της στην κουζίνα. Συμβάινει ο εξής διάλογος.
Ω, κυρία Μαρία τί κάμνετε, χρόνια τζαι ζαμάνια
Ωωωω καλώς την Νίκην! Τί κάμνεις αγάπη μου όλα καλα? Η μάμμα ο παπάς;
Όλα καλά δόξασοι ο Θεός. Εσείς;
Ε, τζαι μεις. Έτο βλέπεις με, καθαρίζω το χάος της φίλης σου.
Κάπου δαμέ χτυπά ο συναγερμός. Κάπου δαμέ γίνεται Τούρκος η άλλη τζαι κάμνει πανικό:
“Τί εν το πρόβλημα σου?! Παναγία μου ρε άμμα πιον, επέλλανες μας! Μάνι μάνι εγώ φταίω! Έντζεν μόνο ένα κοπελλούι που έσhεις! Έσhεις αλλο 2! Ή εγέρασες τόσο που εν θυμάσαι?!”
Εσύ να προσπαθείς να την καθησυχάζεις.
Ντάξει Κωσταντίνα τωρά πως κάμνεις έτσι;?
..Μέγα λάθος.
“Τί εννοεις πώς κάμνω έτσι ρε Νίκκη;! Πάντα κάμνει το τούντο πράμα! Πρίχτισσα! Άτε πάμε στο δωμάτιο μου να ετοιμαστώ να πάμεν σε κανένα καφέ επειδή ΕΝΝΑ ΣΠΑΣΩ ΔΑΜΕΣΑ!”
…Ε. Τωρά; Τωρά, εν τζίνα τα 5 δευτερόλεπτα που έσhεις για να πεις κάτι της μάμμας τζαι μετά να πάεις στα νεύρα με πόθκια, την φίλη σου. Απλώς γυρίζεις στο μέρος της, τζαι σοβαρότατα λες.
Μεν στεναχωριέσαι κ. Μαρία, έτο απασχολούν την πολλά τζαι φκάλλει τα πάνω σου, μεν έσhεις έννοια τζαι εννα της μιλήσω.
…Εύχεσαι να κοπεί δαμέ η κουβέντα τζαι να φύεις. Αλλά όι.
Ξέρω το αγάπη μου ξέρω το. Αλλά πάντα η μάνα φταίει. Αν δεν ήμουν δαμέ ξέρεις τι εννα εγίνετουν; Ήταν να τους φαν οι κατσαρίδες τζαι οι ποντικοί!
Εν το σίουρο σχόλιο που ακούσαμεν ούλλοι με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο. Τί λαλούμε; Εγώ προσωπικά μιτσοκαμμώ της τζαι κλάννω:
Εεε, μάνα είναι μόνο μια
ΠΟΣΑ ΚΙΛΑ ΗΛΙΘΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ ΤΟΥΝΤΗΝ ΤΣΟΦΤΑ; Εν εμπορούσα να σκεφτώ ένα:
“Ξέρω, ξέρω, έτο απλώς εν το θωρεί ακόμα, εννα το καταλάβει που εννα ηρεμήσει”
ή έστω ένα
“Έτσι ένι κ.Μαρία μου, ξέρεις όμως ότι λατρεύει σε κάτω που τζίνα ούλλα τα νεύρα”
ή ΠΙΛΕ ΜΟΥ ΕΝΑ
“Κ.Μαρία μου μεν παρανοάς.”
Το σχόλιο που της έκαμα απλώς οδήγησε την καημένη έξω που το δωμάτιο με αναστεναγμό και πνιγμένο κλάμα. Τωρά ποιος την έκαμε να κλαίει; Η γαούρα ποτζί; Ή εγώ; Τζαι τωρά τί κάμνω; Πάω που πίσω της ή εννα είμαι πολλά πρίχτισσα; Να την αφήσω να ηρεμήσει, ή εννα με πει παλιοκόριτσο που εν της επρόσφερα κανένα ττίσhου;
Ώσπου να σκεφτώ τί να κάμω με την μάνα, η Κωσταντίνα απλώς έπιασεν τα κλειδιά του Yaris της τζαι εφώναξεν: ΦΥΑΜΕ!
Χωρίς δεύτερη σκέψη απλώς ακολούθησα άπραχτη και διψασμένη.
τελος πρωτου μέρους